Σάββατο, 14 Απριλίου 2007

Η ιστορία ενός πιάτου



Σε κάποιο ταξίδι μου σε μια πόλη της Σουηδίας συνάντησα έναν άντρα που, όπως πιστεύω τουλάχιστον, όλες οι γυναίκες θά 'καναν δέκα κολοτούμπες ανάποδες για να τον κατακτήσουν. Είχα πάει για λόγους επαγγελματικούς για λίγες μέρες. Συναντήσεις, μελέτες, ομιλίες, και άλλα ξενερωτικά και ψυχοφθόρα. Είχα κλείσει δωμάτιο σε μια μικρή πανσιόν, καθαρή και βγαλμένη σαν απο παραμύθι -σπάνιο για Σουηδία. Οταν ταξιδεύω, μου αρέσει να μένω σε παρόμοια νοικοκυρεμένα μέρη, όπου υπάρχει μια σχετική ανθρώπινη ζεστασιά. Αποφεύγω γενικά τα ξενοδοχεία, ιδίως τα πολυτελή. Τέτοιες μικρές πανσιόν βρίσκονται κυρίως στην Αυστρία και τη Γερμανία, όταν όμως ξέρει κάποιος τι ακριβώς ζητά μπορεί να τύχει να το βρει και αλλού! Κάπως έτσι λοιπόν είχα ανακαλύψει το μικρό μου σουηδικό θησαυρό, κοντά στο κέντρο της πόλης. Το τελευταίο βράδυ πριν την αναχώρησή μου, ήμουνα θεοσκοτωμένη στην κούραση. Γύρισα στην πανσιόν, παρήγγειλα λίγο φαγητό να είναι έτοιμο μετά απο μισή ώρα περίπου που θα χρειαζόμουν για ένα μπάνιο, και αποσύρθηκα στα ενδότερα.

Εκανα το μπανάκι μου, λούστηκα, έβαλα και καναδυό ρολά στα μαλλιά μου για να είναι στρωμένα την επόμενη μέρα του ταξιδιού της επιστροφής -τα μαλλιά μου τότε ήταν μάλλον μακριά- φόρεσα ένα εντελώς άκομψο φαρδύ πουλόβερ που με έκανε να φαίνομαι διπλή, και κατέβηκα στην τραπεζαρία, όπου πίστευα πως θα συναντούσα τη Μάρθα, την ιδιοκτήτρια της πανσιόν. Η τραπεζαρία ήταν άδεια κι έτσι πέρασα δίπλα, στο μικρό σαλονάκι με τις πολυθρόνες με τα πράσινα καλύμματα. Βούλιαξα σε μια απο αυτές περιμένοντας το βραδινό μου. Οπως ήμουν ταλαιπωρημένη μισόκλεισα και τα μάτια, αν και ο φωτισμός δεν ήταν κουραστικός. Τα μάτια μου όμως έγερναν προς τη δύση κι αν το φαγητό δεν ερχόταν σε πέντε λεπτά ήμουν αποφασισμένη να πάω για ύπνο νηστική. Απέναντι απο την πολυθρόνα, όπου καθόμουν, υπήρχε ένας καθρέφτης μικρός πάνω απο ένα μικρό μπουφέ σερβιρίσματος. Κάποια στιγμή στύλωσα το βλέμμα μου προσεχτικά πάνω σε αυτό τον καθρέφτη και... καλύτερα να άνοιγε η γη να με καταπιεί εκείνην ακριβώς τη στιγμή!

Μέσα στον καθρέφτη αυτό είδα το πιο αρσενικό πρόσωπο που έχω δει στη ζωή μου, να με κοιτάζει εξεταστικά με τα δυο καρβουνάκια που είχε για μάτια. Φαίνεται πως θα βρισκόταν εκεί πριν απο μένα, επειδή δεν είχα ακούσει τον παραμικρό θόρυβο ούτε είχα αντιληφτεί κάποια σκιά να μπαίνει στο σαλονάκι. Τι στην ευχή; Ημουν και κουφή και στραβή; Οχι βέβαια! Η μόνη εξήγηση ήταν πως ο άντρας αυτός υπήρχε εκεί πριν απο μένα. Ενοιωσα πολύ άβολα με τα ρολά στο κεφάλι -απο τότε δεν ξανάβαλα ρολά, άσε που τις περισσότερες φορές κουρεύομαι σχεδόν σύρριζα- και την πουλοβερούκλα που κρεμόταν απάνω μου σα ράσο. Βούλιαξα ακόμα βαθύτερα στην πολυθρόνα μου θέλοντας να εξαφανιστώ. Για να πιάσω κουβέντα μαζί του, ούτε λόγος βέβαια. Το πρόσωπο όμως παρέμενε εκεί, αμετακίνητο, και με παρατηρούσε καλά καλά. Δεν ήθελα ούτε να σηκωθώ ούτε να συνεχίσω να κάθομαι, και ανησυχούσα μήπως έρθει το φαγητό και αναγκαστώ να πάω στην τραπεζαρία, όπου πιθανότατα θα ερχόταν κι εκείνος. Διαφορετικά, τι δουλειά είχε σε μια πανσιόν τέτοια ώρα, στο σαλονάκι μάλιστα δίπλα στην τραπεζαρία, εκτός ίσως απο το να φάει; Ενας τέτοιος άντρας τα βράδια κυκλοφορεί στα μπαρ ή στα θέατρα. Τη σκέψη αυτή την έκανα λίγο αργότερα, όταν, απηυδισμένος κι αυτός φαίνεται απο την αργοπορία του φαγητού κι απο τη μουγγαμάρα τη δική μου, αποφάσισε να σηκωθεί να φύγει. Ειχε ένα όμορφο κορμί γυμνασμένο και λεπτό, έτσι μου ήρθε στο νου η ιδέα του θεάτρου. Μόλις έφυγε ο μυστήριος, κατέφτασε η Μάρθα με το δείπνο. Με είδε στα χάλια μου και προσφέρθηκε να με σερβίρει στο δωμάτιο, κάτι που κάνει μονάχα ως εξαίρεση.

Ανεβήκαμε μαζί και τη ρώτησα ποιος ήταν αυτός ο κύριος του σαλονιού. «Α, είναι ένας καλός πελάτης απο Ουγγαρία, που εμπορεύεται πιατικά χειροποίητα» απάντησε με ευκολία και συνέχισε «φαίνεται πως ήταν πολύ κουρασμένος γιατί έκανε χίλια διακόσια χιλιόμετρα... απο χτες τη νύχτα ταξίδευε μέχρι νάρθει εδώ... θα πήγε για ύπνο...» Ρώτησα φυσικά αν τα χειροποίητα πιατικά τα φτιάχνει ο ίδιος και μου απάντησε η πρόθυμη Μάρθα πως «ναι, και κάνει και εκθέσεις συχνά στην πόλη μας» πριν με καληνυχτίσει και μου ευχηθεί «καλό ταξίδι» μια και θα έφευγα πολύ νωρίς το πρωΐ.

Ταχτοποίησα στα γρήγορα τη βαλίτσα μου, είμαι πολύ γρήγορη όσον αφορά το θέμα «ετοιμασία ταξιδιού», και έπεσα για ύπνο κάτω απο το κάτασπρο φουσκωτό παπλωματάκι. Ελα όμως που ύπνος δε μου κολλούσε πλέον! Ούτε η κούραση, ούτε η έγνοια για την επιτυχία των επαγγελματικών συναντήσεων ήταν το εμπόδιο για έναν ύπνο βαθύ και αποτοξινωτικό. Το εμπόδιο ήταν η διαρκής σκέψη, το κόλλημα μάλλον που έφαγε το μυαλό μου με αυτό το πλάσμα που δεν άργησα καθόλου να το μυθοποιήσω. Το επόμενο πρωΐ στο πόστο βρισκόταν ο άντρας της Μάρθας, ο Σβεν. Πλήρωσα, πήρα το πρωϊνό μου στο χαρούμενο σαλονάκι με τις κλάρες, και, φεύγοντας «έχετε ένα δεματάκι» μου είπε ο Σβεν. Ηταν ένα δεματάκι πλακέ, καλοτυλιγμένο σε μπόλικα χαρτιά απαλά, χρώματος γκρενά. Ρώτησα τι είχε μέσα και μου απάντησε «το άφησε ένας κύριος για σας, έφυγε πολύ νωρίς, να τον συγχωρείτε που δεν περίμενε να σας το δώσει ο ίδιος». Φαντάστηκα ποιος θα ήταν αυτός ο κύριος, που δεν έμαθα ποτέ μου το όνομά του -αν και θα ήταν τόσο εύκολο. Ακόμα και πριν μερικά χρόνια θα μπορούσα να το είχα μάθει, να είχα βρει έστω κάποιο στοιχείο για εκείνον, με κάποια δικαιολογία, τάχα να του στείλω ένα «ευχαριστώ» για το πιάτο... ναι, ένα πανέμορφο κεραμεικό πιάτο περιείχε το δεματάκι! Τώρα πια, η Μάρθα έχει πεθάνει και την πανσιόν τη δουλεύει ο ανεψιός του Σβεν, κι ο Σβεν έχει πάει στο Χεμάβαν** να γηροκομηθεί στο χωριό του, κοντά στους Λάπωνες.

Ακόμα και σήμερα, η εικόνα εκείνου του άντρα που είδα μέσα στον καθρέφτη του πράσινου σαλονιού, βρίσκεται μαστορικά χαραγμένη στην ψίχα της ψυχής μου. Το καφτό βλέμμα, η ματιά η κοφτερή, αυτό μάλλον εμπόδισε οποιαδήποτε συνέχεια. Ηταν τόσο έντονη η εικόνα αυτή, που με τίποτα δεν ήθελε η ίδια, αφ' εαυτής της, να χαλάσει, να σβήσει, να σβηστεί απο τη μνήμη μου. Ακόμα και σήμερα με δαγκώνει κάποια περιέργεια, την απορρίπτω όμως γοργά. Τη θεωρώ κάτι πολύ ταπεινό για τη μοναδική στιγμή που έζησα, τη στιγμή της εικόνας που μου προσφέρθηκε τότε, εκεί. Ισως να σκέφτεται κι εκείνος κάτι παρόμοιο, ίσως και να με λέει ακοινώνητη και γαϊδούρα που δεν έψαξα να τον ευχαριστήσω για το δώρο του, ίσως και να μην ήταν ξεκάθαρα δώρο αυτό το πιάτο, ίσως να περίμενε κάποια νέα παραγγελία απο μένα... Ο,τι και να συμβαίνει απο αυτά, ένα είναι το σίγουρο: Το πιάτο αυτό βρίσκεται κοντά μου, είναι ολόγερο, τόσες μετακομίσεις κι ούτε ένα τσιμπηματάκι! Και όταν επιθυμώ να νοιώσω όμορφα και δροσερά, όταν θέλω να ευχαριστήσω ή να ξεκουράσω την ψυχή μου, το χρησιμοποιώ όπως χρησιμοποιεί ο παπάς το δισκοπότηρο και... Αγία Κοινωνία φυσικά είναι η ανάμνηση...

** Χεμάβαν: μικρό τουριστικό χωριό στο σουηδικό βορρά

5 σχόλια:

An-Lu είπε...

Γλυκύτατη ανάμνηση....

Phevos είπε...

μεγάλο βάσανο η αναμνήσεις με ανοιχτό και πιθανολογικό τέλος. Τη συγκεκριμένη αν θες να τη ξεπεράσεις μπορείς να χρησιμοποιήσεις ένα απολύτως απομυθοποιητικό φαγητό (σπανακόριζο, μπριαμ κτλ) σερβιρισμένο μέσα στο θυμιτάρι.

ο δείμος του πολίτη είπε...

Ωραία ανάμνηση. Πόσες θύμησες μας γεμίζουν το νου κάθε τόσο !

Rodia είπε...

~~An-Lu, plate, sweet plate!

~~τι λες Phebos, να χάσω μια πηγή ομορφιάς και ελαφράδας;

~~Δείμος, ναι, συνωστισμός γίνεται!

αμμος είπε...

Ωραίο κείμενο αγαπητή Ροδιά! Θα διαφωνήσω όμως με τα "απομυθοποιητικά " φαγητά που λέει ο Φοίβος, στο συγκεκριμένο πιάτο και τραχανά να βάλεις, θα πάρει αίσθηση από nouvelle cuisine.

Metablogging.gr Comments Headline Animator